ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΘΕΣΕΩΝ

1-6-thumb-small

Από το γραφείο μας ζητήθηκε η έκδοση γνωμοδοτήσεως σχετικά με την εφαρμογή των νέων διατάξεων περί μεταθέσεων των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων. Στα πλαίσια αυτά εξεδόθη η παρακάτω γνωμοδότηση περίληψη της οποίας αναρτάται για ενημέρωση των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΩΣ: 1879/2011

(παραλείπεται το προοίμιο)

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Έχοντες υπ’ όψιν τα παρακάτω:

α.    Το ΝΔ 2592/1953 «Περί Οργανώσεως της Ιατρικής Αντιλήψεως»(ΦΕΚ Α” 254)

β.    Το ΝΔ 1400/1973 «Περί Καταστάσεως των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων»(ΦΕΚ Α” 114)

γ.    Το ΝΔ 445/1974 «Περί Ιεραρχίας και Προαγωγών των Ανθυπασπιστών και Μονίμων Εθελοντών Οπλιτών Ενόπλων Δυνάμεων»(ΦΕΚ Α” 160)

δ.    Το Ν.705/1977  «Περί Στρατεύσεως των Ελληνίδων»(ΦΕΚ Α’279)

ε.    Το Ν. 1513/1985 «Οπλίτες του Στρατού Ξηράς με Πενταετή Υποχρέωση και άλλες Διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 12)

στ.   Το Ν.1848/1989 «Προέλευση των Μονίμων Αξιωματικών του Οικονομικού και του Στρατολογικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες Διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 112)

ζ.    Το Ν.2292/1995  «Οργάνωση και λειτουργία Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, διοίκηση και έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 35)

η.    Το Ν.2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»(ΦΕΚ Α” 50)

θ.    Το Ν. 2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 45)

ι.    Το ΠΔ 50/2001 «Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα»(ΦΕΚ Α” 39)

ια.   Το Ν 2936/2001 «Επαγγελματίες Οπλίτες και άλλες Διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 166).

ιβ.   Το Ν. 2946/2001 «Υπαίθρια διαφήμιση, Συμπολιτείες Δήμων και Κοινοτήτων και άλλες διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 224).

ιγ.   Το Ν.3852/2010  «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης»(ΦΕΚ Α” 87).

ιδ.   Το Ν.3883/2010 «Υπηρεσιακή εξέλιξη και ιεραρχία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων – θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατολογίας και συναφείς διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 167).

ιε.   Το Ν.3079/2002 «Κώδικας Προσωπικού Λιμενικού Σώματος» (ΦΕΚ Α” 311).

ιστ.  Το ΠΔ 33/2009 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις του προσωπικού Λιμενικού Σώματος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό» (ΦΕΚ Α’ 50).

ιζ.   Το ΠΔ 170/96 «Κανονισμός κατάταξης δοκίμων Πυροσβεστών και μεταθέσεων του πυροσβεστικού προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος» (ΦΕΚ Α’ 131).

ιη.   Το ΠΔ 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (ΦΕΚ Α’ 94).

ιθ.   Το Ν.3511/2006 «Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος, αναβάθμιση της αποστολής του και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 258)

κ.    Το Ν.3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ».(ΦΕΚ Α’ 26)

κα.   Το ΠΔ 18/1989 «Κωδικοποιήση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας.» (ΦΕΚ Α΄ 8).

κβ.   Το Ν.702/1977 «Διαφορές αρμοδιότητας Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου» (ΦΕΚ  Α΄ 268).

κγ.   Την «Κωδικοποίηση Διοικητικής Δικονομίας», Ι. Κατρά, Εκδ. Α. Σάκκουλα.

κδ.   Το «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Ε. Σπηλιοτόπουλου, Εκδ. Α. Σάκκουλα/1996.

κε.   Το σύγγραμμα «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Π. Δαγτόγλου, Εκδ. Α.Σάκκουλα /1994.

κστ.  Το σύγγραμμα «Κράτος Δικαίου και Αίτηση Ακυρώσεως», Ε. Δαρζέντα, Εκδ. Α. Σάκκουλα/1995.

κζ.   Την ΥΑ Φ.411/27/81060/2011 «Συγκρότηση και λειτουργία των κατά κλάδο συμβουλίων μεταθέσεων, εξειδίκευση» (ΦΕΚ Β’ 378).

κζ.   Το ερώτημα που μας υπεβλήθη περί διατυπώσεως της επιστημονικής απόψεώς μας για τον τρόπο εφαρμογής και την εγκυρότητα των νέων διατάξεων περί μεταθέσεων των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων.

κη.   Το ΝΔ 3026/1954 «Περί του Κώδικος των δικηγόρων» (ΦΕΚ Α΄ 235).

και αφού συσκεφθήκαμε εν συμβουλίω με τη συμμετοχή του συνόλου των Δικηγόρων του γραφείου κρίνοντες κατά δικαία και αντικειμενική κρίση με βάση τους κανόνες της Νομικής Επιστήμης και λαβόντες υπόψη την τρέχουσα Δικαστική Πρακτική, τη Νομολογία των Διοικητικών Δικαστηρίων, τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου, όπως και το σύνολο των θεσμικών κειμένων που διέπουν τις Ένοπλες Δυνάμεις και σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 51 του ΝΔ 3026/1954 «Περί του Κώδικος των δικηγόρων» (ΦΕΚ Α΄ 235)

ΓΝΩΜΟΔΟΤΟΥΜΕ

Σύμφωνα με το Ν.3883/2010 «Υπηρεσιακή εξέλιξη και ιεραρχία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων – θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατολογίας και συναφείς διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 167) στα άρθρα 5 έως 8 ορίζεται ότι:

«……………………………………………………………………………….

Άρθρο 5.

1.Οι μεταθέσεις διακρίνονται σε τακτικές και έκτακτες:

α. Για τις τακτικές μεταθέσεις των στελεχών των ΕΔ λαμβάνονται υπόψη τα παρακάτω αναφερόμενα κατά σειρά σπουδαιότητας κριτήρια:

(1) Υπηρεσιακά κριτήρια, τα οποία συνδέονται με τις εκάστοτε υφιστάμενες υπηρεσιακές ανάγκες, καθώς και με την εμπειρία και την υπηρεσιακή απόδοση του στελέχους και συγκεκριμένα:

(α) Την αύξηση της μαχητικής ικανότητας των ΕΔ.

(β) Την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών.

(γ) Την απόκτηση των απαιτούμενων προσόντων για την υπηρεσιακή εξέλιξη κάθε στελέχους.

(δ) Τα στοιχεία του ατομικού φακέλου και την αρχαιότητα.

(ε) Την απόκτηση, όπου απαιτείται, εμπειρίας και γνώσεων.

(2) Κοινωνικά κριτήρια, δηλαδή την προτίμηση των στελεχών με βάση και:

(α) Την οικογενειακή τους κατάσταση. Οι πολύτεκνοι, οι γονείς τριών (3) τέκνων, οι οικογένειες με έναν (1) γονέα, καθώς και οι πάσχοντες από ανίατα ή δυσίατα νοσήματα μετατίθενται μόνο κατόπιν πρότερης σχετικής αναφοράς τους. Για τον προσδιορισμό του εν λόγω κριτηρίου, ως μέλη της οικογένειας θεωρούνται ο σύζυγος και τα άγαμα παιδιά ηλικίας μέχρι δεκαοκτώ (18) ετών ή μέχρι είκοσι πέντε (25) ετών εάν φοιτούν σε σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της φοίτησης βεβαιούμενης με πιστοποιητικό της οικείας Σχολής, καθώς και τα ανίκανα για εργασία, λόγω αναπηρίας, άγαμα παιδιά ανεξάρτητα από ηλικία. Η ανικανότητα για εργασία πιστοποιείται από την Ανωτάτη κατά κλάδο Υγειονομική Επιτροπή, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου.

(β) Λόγους υγείας του ιδίου ή μέλους της οικογένειάς του.

(γ) Αιτήματα συνυπηρέτησης (με συζύγους στρατιωτικούς, αστυνομικούς, συνοριακούς φύλακες, ειδικούς φρουρούς, λιμενικούς, πυροσβεστικούς υπαλλήλους, δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα).

(δ) Τον τόπο προτίμησής τους, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 6.

(ε) Την ηλικία και τις σπουδές των τέκνων.

(στ) Τη διάθεση στέγης.

(3) Αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από το πλέγμα των παραγόντων που συνυπολογιζόμενοι επηρεάζουν τις συνθήκες διαβίωσης του προσωπικού και συνοψίζονται στους εξής:

(α) Απόσταση από τη μεθόριο.

(β) Πληθυσμός της περιοχής.

(γ) Απόσταση από έδρα Δήμου.

(δ) Τουριστικός χαρακτήρας της περιοχής.

(ε) Μέσα μεταφοράς, σε συνάρτηση και με τις καιρικές συνθήκες. (στ) Κλιματολογικές συνθήκες.

β. Έκτακτες μεταθέσεις μπορούν να ενεργούνται οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από τα αντικειμενικά κριτήρια και το χρόνο παραμονής στην ίδια περιοχή μετάθεσης, στις παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις:

(1) Για αποδεδειγμένους και ειδικά αιτιολογημένους υπηρεσιακούς ή προσωπικούς λόγους.

(2) Σε περίπτωση διάπραξης σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο δημιουργεί γενικότερο πρόβλημα πειθαρχίας ή ηθικής τάξεως, με απόφαση του Αρχηγού του οικείου Κλάδου, στην οποία πρέπει να γίνεται ειδική μνεία για την αναγκαιότητα ή μη της μετάθεσης του κρινόμενου.

(3) Σε περίπτωση παραπομπής σε δίκη για κακούργημα με αμετάκλητο δικαστικό βούλευμα ή αμετάκλητης καταδίκης για κακούργημα.

(4) Όταν καταργείται ή μετεγκαθίσταται στρατόπεδο, καθώς και όταν καταργείται μονάδα ή Υπηρεσία των ΕΔ.

(5) Για σοβαρό συμβάν, που αφορά το ίδιο το στέλεχος ή μέλος της οικογένειάς του.

(6) Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης αυτών ή του στελέχους των ΕΔ από ανίατο ή δυ-σίατο νόσημα, ύστερα από γνωμοδότηση της Ανώτατης κατά κλάδο Υγειονομικής Επιτροπής.

(7) Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι αιτιολογημένα δεν διαταράσσεται η πλήρωση υπηρεσιακών αναγκών.

(8) Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο στρατιωτικό, δημόσιο υπάλληλο, αστυνομικό ή συνοριακό φύλακα, ειδικό φρουρό, λιμενικό, πυροσβεστικό υπάλληλο ή δικαστικό λειτουργό.

2. Στον τόπο προτίμησής τους υπηρετούν υποχρεωτικά στελέχη με σύζυγο ή τέκνα με αναπηρία.

3. Η ανωτέρω παράγραφος 2 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις που το Συμβούλιο Μεταθέσεων του άρθρου 8 αποφασίσει με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του ότι συντρέχουν προς τούτο σοβαροί υπηρεσιακοί λόγοι.

4. Για τις τακτικές μεταθέσεις ανωτάτων Αξιωματικών λαμβάνονται υπόψιν αποκλειστικά τα υπηρεσιακά κριτήρια των περιπτώσεων (α) και (β) της παραγράφου 1α(1) του παρόντος άρθρου.

5. Για τις τακτικές μεταθέσεις των στελεχών των ΕΔ εντός της ίδιας φρουράς δεν λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που αναφέρονται στις περιπτώσεις (2) και (3) του εδαφίου α” της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

6. Στρατιωτικός με σύζυγο που είναι στρατιωτικός και υπηρετεί στο εξωτερικό, δύναται να υποβάλει αναφορά μετάθεσής του, για συνυπηρέτηση σε υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής “Αμυνας, που βρίσκεται στο εξωτερικό στην ίδια πόλη με την αρχή που υπηρετεί ο ή η σύζυγος ή στην ίδια την αρχή ή σε αρχή που εδρεύει στην ίδια πόλη, μόνο σε θέσεις πέραν των προβλεπομένων και για χρονικό διάστημα μέχρι τρία (3) έτη. Η μετάθεση γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, κατόπιν εισήγησης του Αρχηγού του οικείου Κλάδου. Οι μετατιθέμενοι στρατιωτικοί δεν λαμβάνουν επιμίσθιο ή επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, αλλά μόνο τις αποδοχές εσωτερικού. Ο χρόνος της μετάθεσης λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

Άρθρο: 6

1. Όλα τα στελέχη των ΕΔ υποβάλλουν δήλωση του τόπου προτίμησής τους. Αλλαγή του τόπου προτίμησης επιτρέπεται μόνο για λόγους οποιασδήποτε μεταβολής των στοιχείων της περίπτωσης ιε” του άρθρου 1. Η αλλαγή του τόπου προτίμησης λαμβάνεται υπόψη για τις τακτικές μεταθέσεις του αμέσως επόμενου της δήλωσης ημερολογιακού έτους.

2. Η δήλωση του τόπου προτίμησης υποβάλλεται ιεραρχικά, συνοδευόμενη από υπεύθυνη δήλωση ότι τα αναφερόμενα σε αυτήν στοιχεία είναι ακριβή και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

3. Μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος δικαιολογείται μόνο μια αλλαγή τόπου προτίμησης.

Άρθρο: 7

1. Απόσπαση στελεχών των ΕΔ επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση σοβαρών και επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών προσωρινού χαρακτήρα με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας μετά από γνώμη των οικείων κατά κλάδο Συμβουλίων Μεταθέσεων. Η σχετική αρμοδιότητα του Υπουργού μπορεί να μεταβιβαστεί με απόφασή του συνολικά ή για κατηγορίες στελεχών.

2. Απόσπαση για προσωπικούς λόγους είναι δυνατή κατ” εξαίρεση και εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν.

3. Η διάρκεια των ανωτέρω αποσπάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.

4. Η απόσπαση παύει αυτοδικαίως όταν λήξει το χρονικό όριο της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, οπότε και τα στελέχη των ΕΔ με τη λήξη της απόσπασης επανέρχονται υποχρεωτικά στη θέση τους χωρίς άλλη διατύπωση.

5. Η απόσπαση μπορεί να παύει οποτεδήποτε πριν από τη λήξη του χρονικού ορίου της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου για λόγους αναγόμενους στην υπηρεσία.

6. Ειδικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ.

Αρθρο: 8

Συγκρότηση Συμβουλίων Μεταθέσεων – Προσφυγές

1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας καθορίζεται η συγκρότηση των κατά Κλάδο Συμβουλίων Μεταθέσεων και η λειτουργία τους. Με την απόφαση αυτή εξειδικεύονται τα κατά Κλάδο κριτήρια τοποθετήσεων και μεταθέσεων ανάλογα με τις συνθήκες λειτουργίας και τις ειδικότερες ανάγκες της υπηρεσίας και η δυνατότητα προσωρινής αναστολής τους, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

2. Η απόφαση της τοποθέτησης, μετάθεσης ή απόσπασης κοινοποιείται στους ενδιαφερόμενους αμελλητί. Αυτοί έχουν δικαίωμα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της απόφασης εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή της, προς το διοικητικό όργανο που την εξέδωσε, το οποίο υποχρεούται να απαντήσει αιτιολογημένα εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία της υποβολής της. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας και ενόσω εκκρεμεί η ασκηθείσα προσφυγή αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης. Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας υποβολής προσφυγής ή την απάντηση επί των προσφυγών που τυχόν υποβληθούν, οι πίνακες του προς τοποθέτηση, μετάθεση ή απόσπαση προσωπικού κυρώνονται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας.

3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν τυγχάνουν εφαρμογής για τους ανώτατους Αξιωματικούς, λόγω της κρισιμότητας των καθηκόντων που αντιστοιχούν στο βαθμό τους

………………………………………………………………………………………………………»

Κατ’ εξουσιοδότηση των παραπάνω διατάξεων εξεδόθη η ΥΑ Φ.411/27/81060/2011 «Συγκρότηση και λειτουργία των κατά κλάδο συμβουλίων μεταθέσεων, εξειδίκευση» (ΦΕΚ Β’ 378) η οποία και καθορίζει τα επί μέρους θέματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Εν όψει των ανωτέρω λαβόντες υπόψιν τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου θα πρέπει κατ’ αρχήν να διευκρινίσουμε ότι αντίστοιχες διατάξεις αντικειμενικοποίησης και μοριοδότησης των μεταθέσεων, των Λειτουργών και Υπαλλήλων του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα έχουν θεσπιστεί ήδη από ετών.

Στον τομέα των Ενόπλων Δυνάμεων και στον τομέα των Σωμάτων Ασφαλείας, τα οποία φέρουν παραπλήσια στρατιωτική οργάνωση, ήδη αντλούμε εμπειρία από την αντίστοιχη εφαρμογή διατάξεων, σύμφωνα με το ΠΔ 33/2009 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις του προσωπικού Λιμενικού Σώματος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό» (ΦΕΚ Α’ 50), το ΠΔ 170/96 «Κανονισμός κατάταξης δοκίμων Πυροσβεστών και μεταθέσεων του πυροσβεστικού προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος» (ΦΕΚ Α’ 131), το ΠΔ 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (ΦΕΚ Α’ 94).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ερμηνευόμενες διατάξεις είναι προφανές, με βάση το Διοικητικό Δίκαιο, ότι εισάγουν ένα σύστημα καθορισμού βαθμού μεταθετικότητος, ορισμός που έχει ήδη εισαχθεί ως έννοια στο Διοικητικό Δίκαιο από το έτος 1973, με την υπ’ αρίθμ. 2842/442/1973 υπουργική απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ Β’ 1274), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210 της 7/7.12.1974 «Περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών του Προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ)» (ΦΕΚ Α`364) και έχει ισχύ νόμου.

Με τον όρο «μεταθετικότητα» προσδιορίζεται κατ’ αρχήν η δυνατότητα ή μη μεταθέσεως του στελέχους, καθώς και με τα μόρια που αυτός συγκεντρώνει με βάση τα κριτήρια του νόμου, καθορίζεται ο βαθμός μεταθετικότητος.

Η μεταθετικότητα των στελεχών κρίνεται με βάση τις παρακάτω κατηγορίες:

α. Η κατηγορία κατ’ αρχήν του «αμετάθετου», η οποία ισχύει γενικώς μεταξύ άλλων, για τα στελέχη από το βαθμό του Δεκανέα μέχρι και του Αντισυνταγματάρχη, πριν συμπληρώσουν δύο (2) έτη σε μία Υπηρεσία. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και άλλες όλως ειδικές κατηγορίες, που σαφώς αναφέρονται στον νόμο και την προαναφερθείσα κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα ΥΑ.

β. Η κατηγορία του «προνομιακού αμετάθετου», που ισχύει γενικώς μεταξύ άλλων, για πολύτεκνα και τρίτεκνα στελέχη, για στελέχη που πάσχουν από ανίατο ή δυσίατο νόσημα, οι οικογένειες με ένα(1) γονέα, καθώς και για γυναίκες στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, που επιστρέφουν από άδεια κύησης-τοκετού, και για μία 3ετία. Στην κατηγορία επίσης αυτή υπάγονται και άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

γ. Η κατηγορία της «προνομιακής μεταθετικότητος», στην οποία υπάγονται κατ’αρχήν μεταξύ άλλων, τα στελέχη που δικαιούνται μεταθέσεως στον τόπο προτίμησής τους, όπως των επιμελούντων τέκνων ή συζύγου με αναπηρία άνω του 67%, των μετατιθέμενων στελεχών για συνυπηρέτηση, καθώς και τα στελέχη που περατώνουν εκπαίδευση και αποκτούν το δικαίωμα να μετατεθούν προνομιακά σε θέση αντίστοιχη της εκπαιδεύσεώς τους.

δ. Η κατηγορία της «κοινής μεταθετικότητος», που υπάγονται όλα τα στελέχη που δεν περιλαμβάνονται στις παραπάνω κατηγορίες.

ε. Τέλος η κατηγορία της «ειδικής μεταθετικότητος», στην οποία εμπλέκονται ορισμένα στελέχη από όλες τις παραπάνω κατηγορίες, στην οποία η θέση μετάθεσης ή η δυνατότητα μετάθεσης απαιτεί ιδιαίτερες προϋποθέσεις, ή θέτει ορισμένα κριτήρια. Τέτοιες θέσεις επί παραδείγματι είναι οι θέσεις εξωτερικού, όπου απαιτούνται ειδικά προσόντα, αλλά και αντίστροφα είναι και όταν συντρέχει περιορισμός της δυνατότητας μεταθέσεως, όπως επί παραδείγματι σε ορισμένες θέσεις ευθύνης, των στελεχών που επανέρχονται από την αποστρατεία.

Η πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων, οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου, διεξάγεται με βάση τον εγκεκριμένο Π.Ο.Υ., ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.2292/1995  «Οργάνωση και λειτουργία Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, διοίκηση και έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις»(ΦΕΚ Α” 35).

Για την πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων αντλούνται για κάθε θέση, στελέχη από την επετηρίδα του βαθμού που προβλέπει η κενή οργανική θέση, η οποία επετηρίδα συντάσσεται όχι με την αρχαιότητα των στελεχών, αλλά με βάση τον βαθμό μεταθετικότητος (ΒΜ), που προσδιορίζεται από τα μόρια που έχει συλλέξει το κάθε στέλεχος. Σε περίπτωση που η κενή οργανική θέση βρίσκεται σε τόπο προτίμησης για τον οποίο υφίσταται σχετική δήλωση στελέχους, τότε η πλήρωση της θέσεως γίνεται από το στέλεχος με τον μεγαλύτερο βαθμό μεταθετικότητος. Σε περίπτωση που για τη συγκεκριμένη οργανική θέση δεν υφίσταται δήλωση επιθυμίας στελέχους, τότε η πλήρωση της θέσεως γίνεται από το στέλεχος με το χαμηλότερο βαθμό μεταθετικότητος. Του κανόνα αυτού μπορούν να εξαιρεθούν ορισμένες θέσεις που υπάγονται στους κανόνες της ειδικής μεταθετικότητος, όπως είναι θέσεις υψηλής ευθύνης.

Αν για την κενή οργανική θέση υπάρχουν δηλώσεις προτίμησης από στελέχη με προνόμιο μεταθετικότητος, τότε η κενή οργανική θέση πληρώνεται από την επετηρίδα των στελεχών με προνομιακή μεταθετικότητα, και από το στέλεχος της επετηρίδας αυτής που έχει τον μεγαλύτερο βαθμό μεταθετικότητος.

Η ύπαρξη προνομίου μεταθετικότητος αποκλείει τα στελέχη των άλλων κατηγοριών.

Σημειώνεται, ότι κενή οργανική θέση στον σχετικό πίνακα, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι και όλες οι θέσεις για τις οποίες έχει τοποθετηθεί στέλεχος και συμπληρώνει δύο (2) έτη υπηρεσίας, εκτός και αν αυτό το στέλεχος δηλώσει ότι επιθυμεί την παραμονή του για ένα ακόμη έτος, οπότε ναι μεν η θέση μπαίνει στη διαδικασία της πληρώσεως, πλην όμως το στέλεχος αυτό αποκτά αυτομάτως προνόμιο μεταθετικότητος, ως προς αυτή την θέση και μόνο. Μετά τη συμπλήρωση τριών (3) ετών, όλες οι θέσεις εκτίθενται προς πλήρωση και εφόσον το στέλεχος επιθυμεί να συνεχίσει να υπηρετεί στη θέση αυτή, τότε αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν στην επετηρίδα των στελεχών του αυτού βαθμού έχει τον μεγαλύτερο βαθμό μεταθετικότητος.

Του παραπάνω κανόνα εξαιρούνται οι οργανικές θέσεις, οι οποίες πληρώνονται από στελέχη με προνομιακό αμετάθετο. Τα στελέχη αυτά, που έχουν προνομιακό αμετάθετο, είτε λόγω του ότι είναι πολύτεκνοι, είτε λόγω τριών (3) τέκνων, είτε επειδή είναι οικογένειες με έναν γονέα, είτε για οποιονδήποτε άλλο ειδικό λόγο, μετατίθενται μόνο κατόπιν αιτήσεώς τους, οπότε στην περίπτωση αυτή η μετάθεσή τους στον τόπο προτίμησης που επιθυμούν, γίνεται με βάση τον βαθμό μεταθετικότητός τους και την γενική επετηρίδα μεταθετικότητος. Δηλαδή το προνόμιο του αμετάθετου, δεν αποτελεί αυτοδικαίως προνόμιο μεταθετικότητος.

Στην περίπτωση που κάποιο στέλεχος αποκτά προνόμιο αμεταθετότητος, και τυγχάνει να έχει σύζυγο, που υπηρετεί στις ΕΔ ή ΣΑ ή είναι δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος του ευρύτερου δημοσίου τομέα, τότε ο τελευταίος εφόσον υποβάλλει αίτημα συνυπηρετήσεως μετατίθεται στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος με το προνόμιο αμεταθετότητος. Στην ειδική αυτή περίπτωση ισχύουν επί μέρους εξαιρέσεις σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Στις λοιπές περιπτώσεις συνυπηρετήσεως, το αίτημα για συνυπηρέτηση χαρακτηρίζεται από προνόμιο μεταθετικότητος, μόνο για το σύζυγο με το μικρότερο βαθμό, ο οποίος κατά κανόνα ακολουθεί τον σύζυγο με τον μεγαλύτερο βαθμό αν είναι στέλεχος των ΕΔ και των ΣΑ. Οι αντιστοιχίες των βαθμών σε σχέση με τα Σώματα Ασφαλείας καθορίζονται στο άρθρο 11 του Ν.3511/2006 «Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος, αναβάθμιση της αποστολής του και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 258). Για τους λοιπούς υπαλλήλους υφίσταται πάντα το προνόμιο να μετατεθούν στον τόπο που υπηρετεί το στέλεχος, σύμφωνα με τις επί μέρους διατάξεις, που ισχύουν για κάθε κατηγορία προσωπικού.

Είναι ευνόητο ότι η Διοίκηση οφείλει να κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους, οι οποίοι έμμεσα ή άμεσα θίγονται, αφενός τις κενές οργανικές θέσεις, ώστε να μπορούν τα στελέχη να εκδηλώνουν σχετική προτίμηση, αφετέρου τους πίνακες των μετατεθειμένων στελεχών μετά του βαθμού μεταθετικότητος ενός εκάστου, δηλαδή τον αριθμό μορίων που συγκεντρώνει το στέλεχος.

Κάθε στέλεχος που διαπιστώνει ότι στον τόπο προτίμησής του μετετέθη στέλεχος με χαμηλότερο βαθμό μεταθετικότητος από τον δικό του, δηλαδή με λιγότερα μόρια από τα δικά του και φυσικά από την ίδια κατηγορία μεταθετικότητος, δικαιούται να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή κατά την έννοια των διατάξεων της ΥΑ Φ.411/27/81060/2011 «Συγκρότηση και λειτουργία των κατά κλάδο συμβουλίων μεταθέσεων, εξειδίκευση» (ΦΕΚ Β’ 378) του Ν.3883/2010(Α’ 167) και του Ν.2690/99(Α’ 45)  και του ΠΔ.18/89(Α’ 8).

Στην περίπτωση αυτή το αρμόδιο συμβούλιο μεταθέσεων συνεδριάζει στους χρόνους που προβλέπεται, και οφείλει να αποφανθεί εντός 15 ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας αυτής, ή εάν το Συμβούλιο αποφανθεί αρνητικά για το αίτημα του διοικουμένου, τότε αυτός αποκτά το δικαίωμα κατά το άρθρο 45 του ΠΔ.18/89 (Α’ 8), να προσφύγει ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δια αιτήσεως ακυρώσεως που συντάσσεται και κατατίθεται, ως ο νόμος προβλέπει, από δικηγόρο. Ο χρόνος εκδίκασης της αιτήσεως ακυρώσεως εκτιμάται από ένα έως δύο έτη, παρά την αναμενόμενη εφαρμογή του Ν.3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις». (ΦΕΚ Α’ 213), για τον οποίο δεν υπάρχει ακόμη επαρκής εμπειρία. Ο ενδιαφερόμενος όμως έχει το δικαίωμα, και ενώ εκκρεμεί η αίτηση ακυρώσεως, να ζητήσει εν είδει ασφαλιστικών μέτρων με αίτησή του την αναστολή εκτελέσεως της διοικητικής πράξεως που τον θίγει, θετικά ή αρνητικά, δηλαδή είτε τον μεταθέτει, είτε μεταθέτει άλλο ομοιόβαθμο στέλεχος σε θέση προτίμησης, ενώ συγκεντρώνει περισσότερα μόρια. Η αίτηση αναστολής εκδικάζεται άμεσα από 3μελές συμβούλιο που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου και δύο ορισθέντων από αυτόν Εφετών, ο οποίος ταυτόχρονα δίνει την εντολή για την άμεση κοινοποίηση της αιτήσεως αναστολής και την ταχεία προσκόμιση του ατομικού φακέλου του στελέχους και των απόψεων της Υπηρεσίας περί της αιτήσεως. Αμέσως μόλις προσέλθει ο φάκελος στο Δικαστήριο(συνήθως εντός 7 ημερών), ο ενδιαφερόμενος μετά του συνηγόρου του έχει δικαίωμα να ζητήσει ακρόαση από τον ορισθέντα εισηγητή, καθώς και να παρασταθεί ενώπιον του Συμβουλίου κατά την συνεδρίαση. Εάν η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη (διαταγή μεταθέσεως) είναι άμεση, προβλέπεται η δυνατότητα χορηγήσεως προσωρινής διαταγής από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας.

Η αποτελεσματικότητα των παραπάνω ενδίκων μέσων δεν έχει διακριβωθεί με βάση τις πρόσφατες διατάξεις περί μεταθέσεων, καθώς με αυτές μετεβλήθη ριζικά το σύστημα μεταθέσεων για πρώτη φορά στην ιστορία των στρατευμάτων. Με το προηγούμενο καθεστώς το Διοικητικό Εφετείο ήταν φειδωλό στην χορήγηση αναστολών, καθώς η Διοίκηση επικαλείτο πάντα άκρως επιτακτικές απόρρητες ανάγκες(αναγομένων σε δημόσιο συμφέρον). Αυτό ωστόσο δεν μπορεί να το επικαλεστεί πλέον, παρά μόνον σε έκτακτες κρίσεις και σε όσες περιπτώσεις ρητώς προβλέπει ο νόμος.

Επομένως θα πρέπει να αναμένεται μία πλήρης αλλαγή του πεδίου σε επίπεδο νομολογίας, καθώς, αν και πολλά αναμένονται να διευκρινιστούν, το πεδίο των μεταθέσεων φαίνεται νομικώς τουλάχιστον να διευθετείται.

Ορμώμενοι από αυτή την τελευταία διαπίστωση, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ερμηνευτικά, ότι ορισμένες εκ των διατάξεων της υπουργικής αποφάσεως αλλά και του παραρτήματος αυτής, βρίθουν παραβιάσεων τόσο της εθνικής όσο και της κοινοτικής νομοθεσίας, γεγονός που είναι βέβαιον ότι θα αντιμετωπιστεί από τα διοικητικά δικαστήρια αναλόγως.

Είχαμε επισημάνει και παλαιότερα, αναρτώντας τη σχετική άποψη των στελεχών του γραφείου μας στην ιστοσελίδα του γραφείου, ότι τα παραρτήματα της υπουργικής αποφάσεως που προσδιορίζουν απλά κριτήρια, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως απόρρητα και δεν δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ, είναι κατά πάντα παράνομα διότι τέτοια εξουσιοδότηση δεν είχε ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης από τον Ν.3883/2010(Α’ 167). Επομένως η διάταξη αυτή αντίκειται στις τρέχουσες και ισχύουσες διατάξεις του Συντάγματος, και ως τέτοια είναι βέβαιο ότι τα ακυρωτικά δικαστήρια θα κηρύξουν παράνομη την εφαρμογή του.

Επίσης η διάταξη με την οποία τεκμηριώνει προνομιακό αμετάθετο μόνο στις γυναίκες στελέχη, που επιστρέφουν από άδεια κυήσεως – τοκετού, είναι επίσης βέβαιο ότι εισάγει λόγω φύλου, απαράδεκτη διακριτική μεταχείριση, εις βάρος του άρρενος προσωπικού. Συνεπώς όσα στελέχη εμπίπτουν σε αυτήν την περίπτωση, έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν αρμοδίως με σχεδόν βέβαιο αποτέλεσμα. Παράλληλα υπάρχουν πολλές περιπτώσεις υπό διερεύνηση, τις οποίες σύντομα η νομολογία θα διευκρινίσει, όπως για παράδειγμα οι αρνητικές συνέπειες, από τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας στις ειρηνευτικές αποστολές, στο συνολικό χρόνο που δικαιούται το στέλεχος να υπηρετήσει στο εξωτερικό. Τούτο μάλιστα συμβαίνει ακόμη και αν δεν είχε εκδηλώσει επιθυμία για την μετάβασή του στην ειρηνευτική αποστολή.

Επίσης θα δημιουργηθούν μεγάλα προβλήματα, τα οποία φυσικά θα επιλύσει η νομολογία, από τη σύγκρουση των διατάξεων περί μεταθέσεων, με αυτές του χρόνου διοικήσεως ή ειδικής υπηρεσίας που πρέπει κατά βαθμό να συμπληρώνει ο στρατιωτικός. Επί παραδείγματι αναφέρουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο οφειλόμενος χρόνος υπηρεσίας είναι ένα έτος για κάποιον συγκεκριμένο βαθμό στελεχών. Όμως μετάθεση δεν μπορεί να διενεργηθεί πριν την συμπλήρωση δύο ετών. Με συνέπεια αυτομάτως ο χρόνος διοικήσεως να γίνεται δύο έτη αλλά και το στέλεχος αυτό, χωρίς να το οφείλει, και έχοντας ίσως και προνόμιο μεταθετικότητος ή σοβαρό λόγο για μετάθεση σε άλλη Υπηρεσία, εν τούτοις να μην το δικαιούται. Ακόμη ένα τελευταίο παράδειγμα περί τούτου είναι ο ορισμός χρόνου διοικήσεως για ορισμένες κατηγορίες τριών και τεσσάρων ετών σε κάποιους βαθμούς, με συνέπεια τα στελέχη αυτά να στερούνται αυτοδικαίως των προνομίων που παρέχει ο νόμος περί μεταθέσεων.

Όλα τα παραπάνω, αλλά και πολλά άλλα που θα προκύψουν, μέλλει να διευκρινισθούν νομολογιακά αλλά και με εγκυκλίους του αρμοδίου Υπουργείου.

Επειδή κατόπιν των ανωτέρω, και αφού ελάβαμε υπ’ όψιν όλη τη σχετική νομοθεσία και τους σχετικούς κανόνες της νομικής επιστήμης, καταλήξαμε ομόφωνα στη παρακάτω άποψη.

Επειδή μας ετέθη το αίτημα για έκδοση γνωμοδοτήσεως περί της επιστημονικής απόψεώς μας για την ορθή εφαρμογή των νέων διατάξεων περί μεταθέσεων των στελεχών των ΕΔ.

Επειδή η έκδοση γνωμοδότησης αποτελεί καθήκον του Δικηγόρου σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΦΑΙΝΟΜΕΘΑ

Ότι οι διατάξεις περί μεταθέσεων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως παραπάνω αναλυτικώς εξετέθησαν, πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως κατά τις τρέχουσες τακτικές μεταθέσεις εσωτερικού – εξωτερικού όλου του αναφερομένου στρατιωτικού προσωπικού.

Οι κενές οργανικές θέσεις, καθώς και όλες οι θέσεις για τις οποίες τα στελέχη που τις καλύπτουν συμπληρώνουν χρόνο υπηρεσίας σε αυτές πλέον των 2 ετών, πρέπει να θεωρηθούν κενές οργανικές θέσεις, και πρέπει να τεθούν στο σύστημα υποψηφίων προς πλήρωσιν κενών οργανικών θέσεων.

Η πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων που απαιτούν ειδικά προσόντα ή ειδικές προϋποθέσεις, πρέπει να διεξαχθεί κατά την άποψή μας, από το πρώτο σε μόρια στέλεχος του συνόλου των στελεχών που πληρούν τις ειδικές αυτές προϋποθέσεις. Των στελεχών αυτών προηγούνται τα στελέχη που έχουν προνόμιο μεταθετικότητος συνυπολογιζομένης της μεταξύ αυτών κατάταξης λόγω μορίων.

Οι εναπομείνασες οργανικές θέσεις, που δεν προβλέπουν κάποια ειδική προϋπόθεση για την πλήρωση των, θα πρέπει κατά την άποψή μας να πληρωθούν κατά προτεραιότητα από τα στελέχη που έχουν προνόμιο μεταθετικότητος, συνυπολογιζομένης της μεταξύ αυτών κατάταξης λόγω μορίων.

Ακολούθως οι υπόλοιπες οργανικές θέσεις, θα πληρωθούν από την γενική κατηγορία των στελεχών χωρίς προνόμιο, με βάση την κατάταξη των στελεχών λόγω μορίων. Η κατάταξη στην επετηρίδα με βάση τα μόρια των στελεχών, γίνεται από το σύνολο των στελεχών του βαθμού ή των βαθμών που προβλέπει ο Π.Ο.Υ. για την κενή οργανική θέση, και λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνον η αρχαιότητα του βαθμού. Δηλαδή, εάν προβλέπονται δύο βαθμοί που να μπορούν να υπηρετήσουν σε συγκεκριμένη θέση, τότε εξαντλείται η επετηρίδα που έχει σχηματισθεί με βάση τα μόρια μεταξύ των στελεχών του ανωτέρου βαθμού, και εάν αυτή δεν επαρκεί, ή δεν προσφέρεται, η θέση πληρώνεται από την επετηρίδα του κατωτέρου βαθμού.

Οι μεταθέσεις του εξωτερικού αποτελούν εκ της ορθής ερμηνείας των διατάξεων του νόμου, αλλά και εκ των πραγμάτων, την πρώτη προτίμηση του στελέχους, οπότε εάν το ίδιο στέλεχος δικαιολογεί με τα μόριά του ή με το προνόμιό του την τοποθέτησή του και σε θέση του εσωτερικού, και σε θέση του εξωτερικού, τότε αυτοδικαίως το στέλεχος μετατίθεται στο εξωτερικό.

Στην περίπτωση που κάποιο στέλεχος έχει προνόμιο μη μεταθέσεώς του, τότε σε περίπτωση συνυπηρετήσεως με άλλο στέλεχος, η συνυπηρέτηση είναι υποχρεωτική στον τόπο του στελέχους που έχει το προνόμιο.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις συνυπηρετήσεως, για μεν μεταξύ ΕΔ και Σωμάτων Ασφαλείας η συνυπηρέτηση γίνεται στον τόπο που υπηρετεί ο ανώτερος εκ των δύο στελεχών, και σε περίπτωση που δεν τυγχάνει ο έτερος των συζύγων στέλεχος των ΕΔ και των ΣΑ, τότε η συνυπηρέτηση γίνεται στον τόπο που υπηρετεί το στέλεχος.

Η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη με βάση τις ισχύουσες διατάξεις, να κοινοποιήσει κατόπιν ή άνευ αιτήσεως των ενδιαφερομένων, τα μετατιθέμενα στελέχη, στους τόπους προτίμησης του στελέχους.

Το στέλεχος που θα διαπιστώσει ότι σε τόπο προτίμησής του, μετατίθεται στέλεχος με λιγότερα μόρια από αυτόν, έχει το δικαίωμα να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή και ακολούθως τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα.

Το στέλεχος που θα μετατεθεί σε τόπο μη προτίμησής του, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την χορήγηση της επετηρίδας των μορίων των στελεχών των ανθυποψηφίων του για την πλήρωση της συγκεκριμένης ανεπιθύμητης θέσης, και εφόσον διαπιστώσει ότι υφίσταται στέλεχος με λιγότερα μόρια από αυτόν, αυτομάτως αποκτά το δικαίωμα της υποβολής ενδικοφανούς προσφυγής, και ακολούθως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων.

Μετά τα παραπάνω, και εν όψει του ότι διατυπώθηκε η γνώμη μας επί όλων τον τεθέντων θεμάτων αναλυτικώς, το εδώ νομικό συμβούλιό μας περάτωσε τη συνεδρίασή του, και εξουσιοδότησε το εκ των μελών του Δικηγόρο LLM Αθηνών, Γεώργιο Δημητρίου Κουφογιάννη, να αναπαράγει την απόφαση, να την χορηγήσει εγγράφως στους αιτούντες με τις υπογραφές όλου του συμβουλίου, και περίληψη αυτής να την αναρτήσει στην ιστοσελίδα του γραφείου, βεβαιώνοντας την ακρίβεια της περιλήψεως.

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΚΟΥΦΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ LLM

Βεβαιώνεται η ακρίβεια

της περίληψης της γνωμοδοτήσεως.

Γεώργιος Δ. Κουφογιάννης

Δικηγόρος LLM (ΑΜ/ΔΣΑ 22990)